12 dic. 2014

Nausícaa de Yannis Ritsos



« Ναυσικά »

Σβήσε το λύχνο, γριά Ευρυμέδουσα, τι κάνεις τόσην ώρα;
Μήτε πεινάω, σου λέω, μήτε νυστάζω. Το μόνο που θέλω
είναι να κλείσω τα μάτια μου. Ρίξε μου μια κουβέρτα ακόμα.
Και τι που κάνει ζέστη; Εγώ κρυώνω. Ολόγυμνο τον είδα, νένα,
δίπλα στα σχοινιά, κ΄ είχε φύκια στα μαλλιά του. Άλλο δε θέλω μονάχα
να του βγάλω ένα προς ένα τα μικρά χαλίκια
πούχαν κολλήσει στις γυμνές πατούσες του και να του βάλω
ετούτο το λουλούδι, που κρατώ στον κόρφο μου, στα δυό του δάχτυλα
κει που χωρίζουν από το λουρί του σάνταλου. Τώρα,
κοιμάται δίπλα, σκεπασμένος με τα κόκκινα σκουτιά μου.

Γιάννης Ρίτσος


“Nausícaa”
Apaga el candil, anciana Eurimedusa, ¿por qué tardas tanto?
Te digo que no tengo hambre, ni sueño. Lo único que quiero
es cerrar los ojos. Ponme otra manta más.
¿Hace calor, y qué? Yo tengo frío. Le he visto completamente desnudo ama,
junto a los lentiscos; y tenía algas en el pelo. Lo único que quiero
es quitarle uno a uno los pequeños guijarros
que se le habían pegado a las plantas de los pies y poner
esta flor, que llevo en el seno, entre los dos dedos,
donde los separa la correa de la sandalia. Ahora
está dormido ahí al lado, tapado con mis paños rojos.